Ελλάδα - Συμβούλιο της Επικρατείας, 12 Ιουλίου 2005, 2232/2005

Country of Decision:
Country of Applicant:
Date of Decision:
12-07-2005
Citation:
ΣτΕ 2232/2005
Additional Citation:
ΣτΕ (ΕΑ) 31/2000 (Επιτροπή Αναστολών)
Court Name:
Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Δ’
National / Other Legislative Provisions:
Greece - Άρθρο 4 παρ. 3 του Προεδρικού Διατάγματος (Π.Δ.) 83/1993 (Art 4(3) of Presidential Decree 83/1993)
Printer-friendly versionPrinter-friendly versionPDF versionPDF version
Headnote: 

Καθεστώς αναγνώρισης πρόσφυγα. Απειλές προερχόμενες από μη κρατικούς φορείς. Εσφαλμένη αιτιολογία

Συνιστά ευθεία παράβαση του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης 1951 η κρίση της προσβληθείσης υπουργικής απόφασης που απέρριψε το αίτημα του αιτούντος περί αναγνωρίσεώς του ως πρόσφυγα, για το λόγο ότι απειλές, προερχόμενες από μη κρατικούς φορείς δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν δικαιολογημένο φόβο διώξεως υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης.

 Δεκτή η αίτηση ακύρωσης.

Facts: 

Αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης 

Ο αιτών εισήλθε  στην Ελλάδα την 20.1.1997 και υπέβαλε, την 7.11.1997, αίτηση ασύλου. Προέβαλε, ειδικότερα, ότι είναι Ιρακινός  κουρδικής καταγωγής, ότι μετέσχε, ως μέλος του Δημοκρατικού Κόμματος του Κουρδιστάν, σε εξεγέρσεις κατά την ιρακινής κυβερνήσεως κατά την περίοδο 1974-5, ότι εξορίσθηκε, λόγω της δράσεώς του αυτής, στην πόλη Diwaniyahτου Νοτίου Ιράκ, ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του δεν κατέστη δυνατός ο διορισμός  του στη δημόσια εκπαίδευση λόγω της πολιτικής του δράσεως και ότι, τέλος, τον Οκτώβριο του 1988 κλήθηκε για δεύτερη φορά να υπηρετήσει στον ιρακινό στρατό, από τις τάξεις του οποίου λιποτάκτησε, τον Οκτώβριο του 1989, όταν μετετέθη στο Νότιο Ιράκ.  Προέβαλε, επίσης, ότι μετά τη λιποταξία του δεν επέστρεψε στην γενέτειρά του αλλά κατέφυγε σε άλλη πόλη του Βορείου Ιράκ, την οποία δεν ήλεγχε η ιρακινή κυβέρνηση αλλά οι κουρδικές δυνάμεις. Στην πόλη αυτή εργάσθηκε ως καθηγητής και έγινε εκεί γνωστός και ως ζωγράφος. Λόγω  της καλλιτεχνικής του ιδιότητος, τα δύο αντίπαλα κουρδικά κόμματα (K.D.Pκαι P.U.K), τα οποία ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για τον έλεγχο της περιοχής, τον πίεσαν, χρησιμοποιώντας εναντίον του απειλές, να ενταχθεί στις τάξεις τους, ώστε να κάνουν χρήση των υπηρεσιών του για λόγους προπαγάνδας και ότι, λόγω των πιέσεων και απειλών αυτών, αναγκάσθηκε, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 1996, να εγκαταλείψει το Βόρειο Ιράκ και να καταφύγει, μέσω Τουρκίας, στην Ελλάδα.  Το αίτημα του αιτούντος απερρίφθη, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, κατά της οποίας ασκήθηκε από τον αιτούντα ενδικοφανής προσφυγή Επί της προσφυγής γνωμοδότησε η ειδική αρμόδια επιτροπή, η οποία ετάχθη ομοφώνως υπέρ της απορρίψεως του αιτήματος του αιτούντος με το εξής σκεπτικό: «Ο ενδιαφερόμενος, πέραν της λιποταξίας, που θεωρείται ποινικό αδίκημα, καθώς και των εμποδίων της ελεύθερης επαγγελματικής του εξέλιξης που επικαλείται εις βάρος του από το καθεστώς του Ιράκ, δεν παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι θα είναι εκτεθειμένος σε κινδύνους αν επιστρέψει στην αυτόνομη περιοχή του Βορείου Ιράκ, απ’ όπου προέρχεται και ζούσε αρκετά έτη.  Η επίκληση απειλών και φόβου δίωξης από κομματικές κουρδικές οργανώσεις δεν δύναται να αποτελέσει στοιχείο αναγνώρισης προσφυγικής ιδιότητος κατά τα οριζόμενα στη Σύμβασης της Γενεύης». Ακολούθησε η έκδοση της προσβληθείσας αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, με την οποία η προσφυγή του αιτούντος απερρίφθη με την εξής αιτιολογία: «α) Οι λόγοι φυγής από το Βόρειο Ιράκ λόγω απειλών από τα δύο κουρδικά κόμματα K.D.Pκαι P.U.Kδεν μπορούν να στηρίξουν αίτημά του για χορήγηση πολιτικού ασύλου, καθότι δεν προέρχονται από κυβερνητικές αρχές και δεν δικαιολογούν φόβο δίωξης για λόγους αναφερόμενους στη Σύμβαση της Γενεύης, β) Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι υπέστη δίωξη για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων, γ) Ο ισχυρισμός περί διώξεων από τις αρχές της χώρας του είναι γενικός, αόριστος, δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο και κατά συνέπεια δεν δύναται να αποτελέσει λόγο αναγνώρισης προσφυγικής ιδιότητος».

Decision & Reasoning: 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβληθείσα υπουργική αποφάση είναι ακυρωτέα  λόγω ευθείας παραβίασης της  διατάξεως του άρθρου 1Α παράγραφος 2 της Συμβάσεως της Γενεύης. Η παραβίαση συνίσταται στην εσφαλμένη αιτιολογία και ερμηνεία της ως άνω διάταξης και συγκεκριμένα απέρριψε το αίτημα αναγνωρίσεως του αιτούντος ως πρόσφυγα, για το λόγο ότι απειλές, προερχόμενες από μη κρατικούς φορείς (όπως είναι, εν προκειμένω, τα κόμματα K.D.Pκαι P.U.Κ), δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν δικαιολογημένο φόβο διώξεως υπό την έννοια της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης. Το Δικαστήριο ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 1Α παράγραφος 2 της Συμβάσεως της Γενεύης κατέληξε στην κρίση ότι ως πρόσφυγας μπορεί να χαρακτηρισθεί και το πρόσωπο, το οποίο επικαλείται φόβο δίωξης ( λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων) από μη κρατικούς φορείς υπό την προϋπόθεση πάντως ότι τα όργανα του κράτους, του οποίου την υπηκοότητα έχει το ανωτέρω πρόσωπο δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία έναντι της, εν λόγω, προερχομένης από μη κρατικούς φορείς δίωξης. Το Δικαστήριο, κατά την ερμηνεία αυτή,  παρέπεμψε και στα ορισθέντα σχετικώς με το άρθρο 6 περ. γ της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29-4-2004 « για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους».

Outcome: 

Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. Διατάσσει την απόδοση παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη Δικαστική Δαπάνη του αιτούντος.

Subsequent Proceedings : 

-Αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση (Υπουργός Δημόσιας Τάξης)

Observations/Comments: 

- Πριν ακόμα από την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29-4-2004 « για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους»,   ως εσωτερικό δίκαιο, ερμηνεύεται ως δίωξη και η δίωξη από μη κρατικούς φορείς/όργανα. Πρωτοποριακή ήταν επίσης και η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ (αρ. 31/2000) επί της ίδιας υπόθεσης, που αποτέλεσε και τη βάση της νομολογίας για το εύρος της παρεχόμενης από το Δικαστήριο προστασίας προς τους προσφεύγοντες σε αυτό αιτούντες, με την οποία διατάχθηκε η Διοίκηση, μεταξύ άλλων, να χορηγήσει εκ νέου το δελτίο αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού μέχρι την έκδοση απόφασης  του Δικαστηρίου επί της αιτήσεως ακύρωσης.    

 

Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος,

 Δ. Πετρούλιας, Π.Κοτσώνης, Γ.Παπαγεωργίου, Α. Χριστοφορίδου  Σύμβουλοι,

Κ. Ευστρατίου, Δ. Γρατσίας, Πάρεδροι.

Case Law Cited: 

France - Conseil d'Etat (Council of State),31 January 1996, Rec. 1996, 25

France - Conseil d'Etat (Council of State), 27 May 1983, Rec. 1983, 220